ΜονΕφΘεσ 1051/2026
Υποχρέωση καταβολής μισθωμάτων ξενοδοχείου και απόρριψη της ένστασης συμψηφισμού της καταβληθείσας εγγύησης
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 1051 /2026
(Αριθμός κατάθεσης έφεσης: ____________)
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
(Ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών)
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή _______________, Εφέτη, η οποία ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης και από την Γραμματέα ________________.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια , στο ακροατήριό του, την ___________, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «_________________________» και τον διακριτικό τίτλο «____________________», που εδρεύει στην _________________ και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε διά της πληρεξουσίας δικηγόρου της _____________________ (Δ.Σ. Θεσσαλονίκης), η οποία κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ-ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «_________________________» που εδρεύει στην _________________________ και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε διά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Αγγελικής Καρώνη (Δ.Σ. Χαλκιδικής), η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η εφεσίβλητη-ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, κατά της εκκαλούσας-εναγομένης, την από __________ και υπ’ αριθμ. κατάθεσης δικογράφου ___________ αγωγή , επί της οποίας εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ’ αριθμ. ___________ οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής (ειδικής διαδικασίας περιουσιακών διαφορών), η οποία έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή. Την απόφαση αυτή προσβάλλει η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, η οποία κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την υπ’ αριθμό κατάθεσης _____________ έφεση, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε, με επιμέλεια της εκκαλούσας για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή και γράφτηκε στο πινάκιο.
ΚΑΤΑ τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν ως ανωτέρω αναφέρεται και ζήτησαν να γίνουν δεκτές οι έγγραφες προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη έφεση κατά της υπ’ αριθμ. _________ οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής (ειδικής διαδικασίας περιουσιακών διαφορών), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ.1, 496, 498, 511, 513 , 516 παρ.1, 517 και 518 παρ.1 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του ως άνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου , την 11-03-2026 (βλ. την υπ’ αριθμ.______________ πράξη κατάθεσης του αρμοδίου γραμματέως επί του δικογράφου της έφεσης), η δε εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στην εναγομένη την ___________ (βλ. την υπ’ αριθμ. _______________έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στην περιφέρεια του Εφετείου Θεσσαλονίκης _________________, την οποία προσκομίζει και επικαλείται η εφεσίβλητη), περαιτέρω δε, συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της άσκησης αυτής, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το απαιτούμενο κατ’ άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ παράβολο. Επομένως, η κρινόμενη έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρ. 533 ΚΠολΔ).
Η εκκαλούσα της κρινόμενης έφεσης , με τις κατατεθείσες την __________ επί της έδρας ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου τούτου έγγραφες προτάσεις της, υποβάλλει αίτηση κατ’ άρθρ. 913 παρ.3 , όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει από 01-01-2026 δυνάμει των άρθρων 101 και 168 παρ.3 Ν.5221/2025 και αιτείται την αναστολή εκτέλεσης της εκκαλουμένης με την ως άνω έφεσή της υπ’ αριθμ. _________ οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, η οποία κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή , μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της ασκηθείσας έφεσης από το Δικαστήριο τούτο, επικαλούμενη κατεπείγουσα περίπτωση και ευδοκίμηση της έφεσης και των προβαλλόμενων με αυτή λόγων.
Με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ασκηθείσα από ___________ και υπ’ αριθμό κατάθεσης δικογράφου ______________ αγωγή κατά την εναγομένης-εκκαλούσας, η ενάγουσα-εφεσίβλητη εξέθετε, ότι δυνάμει σύμβασης μίσθωσης που καταρτίσθηκε με το από 23-10-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό , εκμίσθωσε στην εναγομένη το αναλυτικά περιγραφόμενο στην αγωγή ακίνητο-ξενοδοχείο της κυριότητάς της, ευρισκόμενο εντός του οικισμού _____________, του Δήμου Κασσάνδρας, προκειμένου να λειτουργήσει την επιχείρηση ξενοδοχείου. Ότι η ως άνω μίσθωση έληξε την 31-10-2019 και η εναγομένη οφείλει μισθώματα, τα οποία λόγω δυστροπίας αρνείται να εξοφλήσει. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό η ενάγουσα ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 30.120 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της δήλης ημέρας καταβολής εκάστου τμήματος μισθώματος , άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στην δικαστική της δαπάνη.
Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (μισθωτικών) διαφορών, η εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. _________ οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής , η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν, υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 28.469,94 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, κήρυξε προσωρινή εκτελεστότητα και επέβαλε τη δικαστική δαπάνη της ενάγουσας σε βάρος της εναγομένης. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εναγομένη -εκκαλούσα , για τους λόγους που εκθέτει στο δικόγραφο της έφεσής της και που ανάγονται ειδικότερα σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και να γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή της .
Ι.- Από τις διατάξεις των άρθρων 847 επ. του ΑΚ συνάγεται ότι το χρηματικό ποσό, το οποίο κατά τη σύναψη της μίσθωσης δίνεται από το μισθωτή στον εκμισθωτή για την καλή εκτέλεση των όρων της σύμβασηςαπό μέρους του και αποκαλείται καταχρηστικά εγγύηση, διότι δεν έχει καμία σχέση με τη σύμβαση εγγυήσεως, όπως αυτή ρυθμίζεται από τα αρθρ. 847 επ. του ΑΚ, αποτελεί στην πραγματικότητα εγγυοδοσία και έχει ως σκοπό να εξασφαλίσει κάθε απαίτηση του εκμισθωτή από τη σύμβαση μισθώσεως. Η εξασφάλιση αυτή περιλαμβάνει απαιτήσεις: (α) για ζημιές από μεταβολές και φθορές στο μίσθιο πέρα από τη συνήθη χρήση, (β) για την πληρωμή δαπανών που βαρύνουν το μισθωτή (κοινόχρηστα, δαπάνες κατανάλωσης νερού, ηλεκτρικού ρεύματος και τηλεφώνου κλπ.), (γ) για την εξόφληση καθυστερούμενων μισθωμάτων με το αναλογούν σε αυτά τέλος χαρτοσήμου και τους τόκους υπερημερίας αυτών, (δ) την καταβολή συμφωνημένων ποινών, και (ε) ποινικής ρήτρας για την περίπτωση της μη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του μισθωτή. Η εγγύηση δεν ρυθμίζεται ειδικά στο νόμο και διέπεται από τη γενόμενη γι’ αυτή συμφωνία (άρθρ. 361 ΑΚ), σε συνδυασμό και με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, κατ’ άρθρ. 173, 200, 288 ΑΚ (ΑΠ 236/2010). Μετά τη λήξη της μίσθωσης η δοθείσα εγγύηση επιστρέφεται, εφόσον όμως ο εκμισθωτής δεν έχει κάποια από τις αναφερθείσες απαιτήσεις κατά του μισθωτή ή δεν συντρέχει λόγος κατάπτωσης αυτής, όταν αυτή λειτουργεί ως ποινική ρήτρα. Συνήθως δίνεται ως εγγυοδοσία και αποτελεί ειδικότερα προκαταβολή (416 ΑΚ) του ίδιου του (ενδεχόμενου) οφειλέτη μισθωτή έναντι μελλοντικού χρέους του, που θα παραμείνει τυχόν ανεξόφλητο, οπότε και θα καταλογιστεί σε αυτό το ποσό της εγγυοδοσίας (ΑΠ 1193/2013, ΑΠ 394/2007, ΑΠ 496/2003). (ΑΠ 836/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Μετά τη λήξη της μισθώσεως, η ανταπαίτηση του μισθωτή ως προς την επιστροφή της εγγυοδοσίας δύναται συνεπώς να προτείνεται σε συμψηφισμό με απαιτήσεις του εκμισθωτή ακόμη και από μισθώματα (βλ. ΑΠ 742/2014), έστω κι αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο (βλ. ΑΠ 2058/2017). Στην προειρημένη ένσταση συμψηφισμού πρέπει, για το ορισμένο αυτής, να παρατίθενται, ο λόγος, ένεκα του οποίου συμφωνήθηκε και δόθηκε η εγγύηση και η αιτία, για την οποία υπάρχει υποχρέωση επιστροφής της, ώστε να κριθεί, επί τη βάσει των συμφωνηθέντων, το ληξιπρόθεσμο αυτής (ΑΠ 2058/2017, ΑΠ 236/2010, ΕφΑΘ 340/2025, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
ΙΙ.-Από τις διατάξεις των άρθρων 269, 527 αρ. 3 και 529 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 442 ΑΚ, συνάγεται ότι στηδευτεροβάθμια δίκη επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση η προβολή για πρώτη φορά με ειδικό λόγο έφεσης από τον εναγόμενο, η εναντίον του οποίου αγωγή έγινε δεκτή με την εκκαλούμενη απόφαση, νέων πραγματικών ισχυρισμών, που δεν είχαν προβληθεί πρωτοδίκως ή είχαν προβληθεί απαραδέκτως, (αόριστοι) και αποτελούν ενστάσεις ή αντενστάσεις, εφόσον μπορούν να προταθούν παραδεκτά σε κάθε στάση της δίκης, όπως είναι και η ένσταση του συμψηφισμού, αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται αμέσως (άρθρο 442 ΑΚ), υπό την έννοια ότι πρέπει η άμεση (παραχρήμα) απόδειξη να περιλαμβάνει το σύνολο των προβαλλόμενων ουσιωδών περιστατικών του αντιστοίχου περί συμψηφισμού ισχυρισμού του εκκαλούντος, έτσι ώστε να καταλείπεται μόνο η υπαγωγή αυτών καταφατικά ή αποφατικά στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου χωρίς οποιαδήποτε ανάγκη άλλης επιπλέον ουσιαστικής έρευνας (ΑΠ 1337/2014). Ειδικότερα, η ανωτέρω άμεση απόδειξη δεν σημαίνει απλώς προαπόδειξη, με την οποία, αν και την προϋποθέτει, δεν ταυτίζεται εννοιολογικώς, αλλά απόδειξη του περί συμψηφισμού ισχυρισμού, κατά υποβολή του, μόνο με έγγραφα ή με δικαστική ομολογία αντιδίκου, διότι αλλιώς κινδυνεύει να φαλκιδευτεί και το δικαίωμα του τελευταίου (αντιδίκου) για ανταπόδειξη (ΟλΑΠ 10/1993, ΑΠ 16/1995, ΑΠ 1856/2005). Η κρίση δε του Εφετείου ότι ο νέος περί συμψηφισμού ισχυρισμός, που θεμελιώνει το λόγο έφεσης, αποδεικνύεται ή όχι παραχρήμα, υπό την προαναφερόμενη έννοια, από τα έγγραφα που επικαλέστηκε ο εκκαλών, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, γιατί αφορά κρίση περί τα πράγματα του ουσιαστικού δικαστηρίου, η δε αδυναμία απόδειξης της ανταπαίτησης με τον προαναφερθέντα τρόπο, έχει σαν αποτέλεσμα, η ένσταση συμψηφισμού να απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (ΑΠ 98/2015, ΑΠ 752/2011, ΑΠ 1990/2007). (ΑΠ 1350/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή πρέπει να περιέχει : α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, και δικαιολογούν την άσκησή της, από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα (ΑΠ 1160/2022). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, 574 και 595 του Α.Κ. προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση και το ορισμένο της αγωγής με την οποία ο εκμισθωτής ζητεί από το μισθωτή την καταβολή του μισθώματος (άρθρα 574 και 595 ΑΚ), πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφό της (και να αποδεικνύονται) : α) η ύπαρξη έγκυρης συμβάσεως μισθώσεως πράγματος, ο τόπος και ο χρόνος συνάψεως αυτής και η διάρκειά της, β) η ιδιότητα του ενάγοντος ως εκμισθωτή και του εναγομένου ως μισθωτή, γ) η περιγραφή του μισθίου και ο τόπος στον οποίο βρίσκεται, δ) το ύψος του καταβαλλομένου μισθώματος και ο χρόνος καταβολής του, ε) η γενομένη εκ μέρους του μισθωτή χρήση του μισθίου, στ) η υπερημερία του μισθωτή περί την καταβολή του μισθώματος και ζ) αίτημα καταβολής συγκεκριμένου ποσού οφειλομένων μισθωμάτων (ΑΠ 1505/2022, ΑΠ 1160/2022, ΑΠ 270/2022, ΑΠ 694/2020, ΑΠ 2035/2013, Ι. Κατρά, Αστικές και Νέες Εμπορικές Μισθώσεις, Δ’έκδ., παρ. 12.ΣΤ). (ΕφΠειρ 580/2025 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης έφεσης, η εκκαλούσα-εναγομένη αποδίδει στην εκκαλουμένη απόφαση ότι, κατ’εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου έκανε δεκτή την αγωγή ως ορισμένη, ενώ έπρεπε να απορρίψει αυτήν ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της, διότι δεν περιγράφονται αναλυτικά στο αγωγικό δικόγραφο οι καταβολές έναντι των μισθωμάτων που πραγματοποίησε η εναγομένη κατ’έτος, για το σύνολο της διάρκειας της μίσθωσης, το ποσό της καταβληθείσας εγγύησης και εάν αυτό συμψηφίστηκε με τις οφειλές της εναγομένης. Εν προκειμένω, η κρινόμενη αγωγή , με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον εκτίθενται σ’αυτήν , σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην προεκτεθείσα υπό στοιχ.ΙΙΙ μείζονα σκέψη, όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά που πληρούν το πραγματικό των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου , για να παραχθεί η επικαλούμενη έννομη συνέπεια και περιγράφεται πλήρως το αντικείμενο της διαφοράς. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ορισμένη την αγωγή , δεν έσφαλε, αλλά ορθώς έκρινε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, απορριπτομένου ως κατ’ουσίας αβάσιμου του πρώτου λόγου κατά το πρώτο σκέλος αυτού της κρινόμενης έφεσης με τον οποίο η εκκαλούσα ισχυρίζεται τα αντίθετα.
Από την επανεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων τα οποία προσκομίσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ειδικότερα από τις ανωμοτί καταθέσεις του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της ενάγουσας και του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της εναγομένης που εξετάσθηκαν ενώπιον του ακροατηρίου , οι οποίες περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που μετ’ επικλήσεως προσκομίσθηκαν, άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΚΠολΔ 336§3, 339 και 395), μερικά δε εκ των εγγράφων αναφέρονται κατωτέρω, χωρίς ωστόσο να παραλείπεται κάποιο κατά την ουσιαστική εκτίμηση της υπόθεσης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, τα οποία συνιστούν απόδειξη της ταυτότητας του εκδότη τους και κατ’ αναλογία με τα οριζόμενα για το παραδοσιακό έγγραφο του άρθρου 443 του ΚΠολΔ η μηχανική τους απεικόνιση σε έντυπο , σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 444 περ. 3 του ΚΠολΔ, εμπίπτει στην έννοια του ιδιωτικού εγγράφου με αποδεικτική δύναμη εις βάρος του εκδότη του, από όσα συνομολογούνται από τους διαδίκους, είτε ρητώς με τις προτάσεις τους , είτε στο βαθμό που συνάγονται σιωπηρώς από το σύνολο των ισχυρισμών τους και κατά το μέτρο που δεν αρνούνται ειδικώς την αλήθεια ορισμένων πραγματικών ισχυρισμών, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του από _______ ιδιωτικού συμφωνητικού η ενάγουσα εκμίσθωσε στην εναγομένη το ακίνητο της αποκλειστικής κυριότητας, νομής και κατοχής της, ήτοι ένα ξενοδοχείο Β’ κατηγορίας, ευρισκόμενο στον__________, της ομώνυμης κοινότητας , της δημοτικής ενότητας Κασσάνδρας , του Δήμου Κασσάνδρας , της Περιφερειακής Ενότητας Χαλκιδικής, με διακριτικό τίτλο «_______________». Το ως άνω ξενοδοχείο ήταν εξοπλισμένο με τα κινητά πράγματα που υπήρχαν εντός αυτού και για αυτά συντάχθηκε σχετική «κατάσταση συμμισθούμενων κινητών πραγμάτων», η οποία αποτέλεσε νόμιμο παράρτημα και αναπόσπαστο μέρος της μίσθωσης μεταξύ των διαδίκων. Κατά την ημερομηνία υπογραφής του από 23-10-2014 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης , το μίσθιο αποτελείτο από τριάντα δύο (32) δωμάτια, ανεπτυγμένα σε δύο ορόφους, πλέον πέντε (5) δωματίων για το προσωπικό , καθώς και από βοηθητικούς και λοιπούς κοινόχρηστους χώρους. Επιπλέον το μίσθιο διέθετε ηλεκτρικές , υδραυλικές και αποχετευτικές εγκαταστάσεις καθώς και εγκατάσταση κλιματισμού, κτισμένο σε οικόπεδο επιφανείας 6.000 τ.μ. περίπου, εντός του οποίου είχαν διαμορφωθεί περιμετρικά του ξενοδοχείου διάφοροι χώροι αναψυχής (μπάρ, εστιατόριο και πισίνα). Με το από 23-10-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης η ενάγουσα προέβη στην εκμίσθωση του προπεριγραφόμενου κτιρίου ξενοδοχείου, μαζί με τον περιβάλλοντα χώρο αυτού, τις εγκαταστάσεις και τους βοηθητικούς χώρους, καθώς και τα περιγραφόμενα συμμισθούμενα κινητά πράγματα, εκτός από δύο δωμάτια του ξενοδοχείου, φέροντα κατά τον χρόνο υπογραφής της ανωτέρω σύμβασης τους αριθμούς 12 και 13, για τα οποία συμφωνήθηκαν ειδικοί όροι και εξαιρέθηκαν της μίσθωσης, όπως αναλυτικά περιγράφεται στο ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό. Η διάρκεια της ανωτέρω μίσθωσης συμφωνήθηκε πενταετής, αρχής γενομένης την 01-11-2014 και λήξης την 31-10-2019, οπότε και συμφωνήθηκε η αυτοδίκαιη λύση της μίσθωσης, καθώς και η υποχρέωση απόδοσης του μισθίου από την εναγομένη. Με τον δεύτερο όρο του ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, συμφωνήθηκε αρχικά μεταξύ των συμβαλλομένων το μίσθωμα ετήσιο, ανερχόμενο στο ποσό των 35.000 ευρώ. Περαιτέρω όμως με τον ίδιο ως άνω όρο συμφωνήθηκε ρητά μεταξύ των συμβαλλομένων διαδίκων ότι ειδικά για τα πρώτα πέντε έτη της μίσθωσης, ήτοι μέχρι την 31-10-2019, το ετήσιο μίσθωμα θα ανέρχεται στο ποσό των 27.500 ευρώ και θα καταβάλλεται ως εξής : α) την 1η Μαΐου εκάστου μισθωτικού έτους , ποσό 9.000 ευρώ, β) την 1η Ιουλίου εκάστου μισθωτικού έτους, ποσό 9.000 ευρώ και γ) την 1η Αυγούστου εκάστου μισθωτικού έτους ποσό 9.500 ευρώ. Επιπλέον, πέραν του ανωτέρω συνολικού ετήσιου ποσού μισθώματος, συμφωνήθηκε ρητά η υποχρέωση της καταβολής του συνόλου του αναλογούντος επί του ως άνω μισθώματος χαρτοσήμου, ανερχόμενου κατά την υπογραφή της σύμβασης μίσθωσης σε ποσοστό 3,60%, το οποίο ανερχόταν στο ποσό των 990 ευρώ επί του ετήσιου μισθώματος. Ειδικότερα, με την καταβολή εκάστης δόσης του μισθώματος, την 1η Μαΐου, την 1η Ιουλίου και την 1η Αυγούστου εκάστου μισθωτικού έτους, συμφωνήθηκε η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει επιπλέον και τμήμα του οφειλομένου χαρτοσήμου ύψους 330 ευρώ. Επομένως, το συνολικό ποσό της μίσθωσης για κάθε μισθωτικό έτος συμφωνήθηκε στο ποσό των (27.500+ 990=) 28.490 ευρώ, συνομολογεί και η εναγομένη με τις πρωτόδικες προτάσεις της. Με βάση τη συμφωνία τους το συμφωνηθέν μίσθωμα αντιστοιχούσε στο μίσθιο , όπως η εναγομένη το παρέλαβε ανεπιφύλακτα κατά την υπογραφή του μεταξύ τους ιδιωτικού συμφωνητικού, ενώ οι εγκαταστάσεις και τα υλικά που θα τοποθετούνταν στο μίσθιο, θα παρέμεναν σε όφελος του μισθίου ακινήτου και για τον λόγο αυτό προβλέφθηκε εξαρχής μικρότερο μίσθωμα για τα πρώτα πέντε (5) έτη. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η μίσθωση έληγε κατά την σύμβαση, την 31-10-2019, πλην όμως η λύση της σύμβασης επήλθε την 10-10-2019, με κοινή συμφωνία των διαδίκων, όταν η εναγομένη προέβη στην απόδοση της χρήσης του μισθίου προς την ενάγουσα την 10-10-2019. Ωστόσο όμως η εναγομένη δεν υπήρξε συνεπής στην καταβολή των μισθωμάτων και αρνείται να καταβάλει τα μισθώματα του τελευταίου μισθωτικού έτους , τα οποία έχουν ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμα και απαιτητά από την δήλη ημέρα καταβολής εκάστης δόσης. Ειδικότερα η εναγομένη δεν εξόφλησε , ως όφειλε, τις δόσεις του μισθώματος κατά τις ημερομηνίες 01-08-2018, 01-05-2019, 01-07-2019 και 01-08-2019. Με βάση τις προσκομιζόμενες από την εναγομένη αποδείξεις-καταθετήρια στον τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη έχει καταβάλει στην ενάγουσα για μισθώματα το συνολικό ποσό των 113.980,06 ευρώ, ενώ για το επίδικο μισθωτικό έτος προέβη σε καταβολή ποσού 9.500 ευρώ την 17-04-2018, ποσού 8.000 ευρώ την 19-06-2018, ποσού 1.500 ευρώ την 19-06-2018, ποσού 2.500 ευρώ την 16-07-2018, ποσού 1.000 ευρώ την 17-07-2018, ποσού 3.000 ευρώ την 17-07-2018, ποσού 3.000 ευρώ την 18-07-2018, γεγονός που συνάδει με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας σχετικά με τα ποσά που όφειλε να καταβάλει από 01-08-2018 έως και 01-08-2019 και τα οποία η εναγομένη δεν κατέβαλε. Επομένως αποδείχθηκε ότι έναντι του συνολικού μισθώματος των 142.450 ευρώ (28.460 Χ5) για τα πέντε έτη της μίσθωσης , η εναγομένη κατέβαλε για μισθώματα το συνολικό ποσό των 113.980,06 ευρώ και απομένει οφειλή της εναγομένης από μισθώματα ύψους 28.469,94 ευρώ . Την ύπαρξη οφειλών από μισθώματα για το επίδικο τελευταίο μισθωτικό έτος επιβεβαιώνει και ο ίδιος ο διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης εταιρείας _____________ , με την ανωμοτί κατάθεσή του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ενώ με τις πρωτόδικες προτάσεις της η εναγομένη ομολογεί ευθέως την οφειλή των 13.470 ευρώ από μισθώματα, ενώ συνομολογεί εμμέσως την οφειλή μισθωμάτων ύψους 15.000 ευρώ. Ειδικότερα η εναγομένη με τις πρωτόδικες προτάσεις της και με δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου της καταχωρηθείσα στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ισχυρίσθηκε μερική εξόφληση της αιτουμένης με την αγωγή συνολικής απαίτησης της ενάγουσας , διότι η εναγομένη την 21-11-2016 είχε καταβάλει ποσό 15.000 ευρώ ως εγγύηση στη σύμβαση μίσθωσης. Ωστόσο ο ανωτέρω ισχυρισμός της εναγομένης κρίνεται πρωτίστως αβάσιμος κατ’ουσίαν καθόσον στις καταβολές οφειλομένων μισθωμάτων δεν δύναται να συνυπολογισθεί ως εξοφληθέν μίσθωμα η καταβληθείσα εγγύηση . Αλλά και εάν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ο ανωτέρω ισχυρισμός μερικής εξόφλησης της εναγομένης ως ένσταση συμψηφισμού και πάλι κρίνεται απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθώς εν προκειμένω η εναγομένη δεν εξέθεσε τον λόγο για τον οποίο συμφωνήθηκε και δόθηκε η εγγύηση και την αιτία για την οποία υπάρχει υποχρέωση επιστροφής της. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, με την ίδια ως άνω αιτιολογία, οδηγήθηκε στην αυτή κρίση, ορθώς έκρινε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει ως εκ τούτου να απορριφθεί ως κατ’ουσίαν αβάσιμος, ο σχετικός πρώτος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος αυτού της κρινόμενης έφεσης με τον οποίο η εκκαλούσα-εναγομένη ισχυρίζεται τα αντίθετα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη μισθώτρια κατέβαλε , την 21-11-2016, στην ενάγουσα εκμισθώτρια το ποσό των 15.000 ευρώ ως εγγύηση για την εκ μέρους της πιστή τήρηση των αναφερομένων στο ανωτέρω συμφωνητικό υποχρεώσεών της προς αυτήν. Ειδικότερα, κατά τα συμφωνηθέντα μεταξύ των διαδίκων στο άρθρο 10 του από 23-10-2014 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης , το ποσό της εγγύησης θα παρακρατηθεί από την εκμισθώτρια μέχρι το χρόνο λύσης της μίσθωσης και την απόδοση του μισθίου σε αυτήν, ενώ στην περίπτωση που κατά τον χρόνο της απόδοσης του μισθίου στην ενάγουσα εκμισθώτρια υπάρχουν ζημίες ή βλάβες από οποιαδήποτε αιτία στο μίσθιο, ή στα συμμισθούμενα μέρη και πράγματα αυτού , ή οφειλές της εναγομένης μισθώτριας προς τη ΔΕΗ , ΟΤΕ, Δήμο Κασσάνδρας από οποιαδήποτε αιτία και σε κάθε περίπτωση οφειλές αυτής σχετιζόμενες με την χρήση του μισθίου δικαιούται η ενάγουσα εκμισθώτρια να τις αποκαταστήσει από το ποσό της εγγύησης. Εάν οι ζημίες και βλάβες είναι μικρότερου ποσού από το ποσό της εγγύησης , τότε η εκμισθώτρια δικαιούται να αποκαταστήσει τις ζημίες και βλάβες και να επιστρέψει το υπόλοιπο στη μισθώτρια. Εάν το ποσό των ζημιών ή βλαβών της είναι μεγαλύτερο τότε δικαιούται να ζητήσει από την μισθώτρια το επιπλέον ποσό προς πλήρη αποκατάσταση των ζημιών και βλαβών της. Εάν δεν υπάρχει οποιαδήποτε ζημία ή βλάβη της, οφείλει να επιστρέψει το ποσό της εγγύησης στη μισθώτρια άτοκα. Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσης η εκκαλούσα-εναγομένη προβάλλει παραδεκτά, το πρώτον στην δευτεροβάθμια δίκη, νέο ισχυρισμό περί συμψηφισμού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 και 529 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 442 ΑΚ, ο οποίος αποτελεί ένσταση συμψηφισμού κατά της επίδικης απαίτησης και αποδεικνυομένης της ανταπαίτησης αμέσως, μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης (ΑΠ 1199/2023, ΑΠ 1780/2023, ΑΠ 1481/2018, ΑΠ 479/2016, ΑΠ 1281/2014, ΑΠ 1765/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, η εκκαλούσα-εναγομένη προτείνει συμψηφισμό της ανταπαίτησής της από την καταβολή εγγύησης ύψους 15.000 ευρώ κατά την σύναψη της σύμβασης μίσθωσης, έναντι της απαίτησης της ενάγουσας, διότι κατά τους ισχυρισμούς της τηρήθηκαν τα συμφωνηθέντα και κατά την λύση της επίδικης μίσθωσης το μίσθιο παραδόθηκε χωρίς φθορές και χωρίς οφειλές προς τρίτους σχετιζόμενες με την επίδικη μίσθωση και επομένως από την ημερομηνία παράδοσης του μισθίου την 10-10-2019 γεννήθηκε η απαίτησή της περί επιστροφής της καταβληθείσας εγγύησης. Ωστόσο όμως η ως άνω ένσταση συμψηφισμού, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχ.ΙΙ μείζονα σκέψη κρίνεται απορριπτέα προεχόντως ως απαραδέκτως προταθείσα, διότι : 1) δεν αποδεικνύεται από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από την εκκαλούσα έγγραφα, κατά τρόπο άμεσο και σαφή το σύνολο των ουσιωδών περιστατικών, επί των οποίων αυτός θεμελιώνεται και 2) δεν γίνεται επίκληση στο δικόγραφο της έφεσης ή των προτάσεων της εκκαλούσας ότι ο ισχυρισμός της προβάλλεται παραδεκτά, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν αποδεικνύονται από συγκεκριμένα έγγραφα (ΑΠ 1148/2022, ΑΠ 1185/2021 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, σύμφωνα με τον άρθρο 10 του από 23-10-2014 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης , ορίστηκε μεταξύ των διαδίκων ότι το ποσό της εγγύησης θα παρακρατηθεί από την εκμισθώτρια μέχρι το χρόνο λύσης της μίσθωσης και την απόδοση του μισθίου σε αυτήν, ώστε μετά την λύση της μίσθωσης να καλυφθούν δαπάνες για την αποκατάσταση ζημιών ή φθορών στο μίσθιο και στα συμμισθούμενα μέρη και πράγματα αυτού καθώς και οφειλές της εναγομένης μισθώτριας προς κοινωφελείς οργανισμούς (ΔΕΗ , ΟΤΕ) και Δήμο Κασσάνδρας σχετιζόμενες με την χρήση του μισθίου . Όπως προαναφέρθηκε, η επίδικη μίσθωση έληξε με κοινή συμφωνία των διαδίκων και με την απόδοση της χρήσης του μισθίου, την 10-10-2019, όταν η εναγομένη απέδωσε το μίσθιο στον εξουσιοδοτημένο από την ενάγουσα εταιρεία, ______________, ο οποίος είχε την εντολή να παραλάβει το μίσθιο ξενοδοχείο και να ελέγξει εάν υπάρχουν ζημίες. Όπως προκύπτει από το μετ’επικλήσεως προσκομιζόμενο από 10-10-2019 συμφωνητικό παράδοσης-παραλαβής , το οποίο περιέχει την ενυπόγραφη εξουσιοδότηση του__________ με την σφραγίδα της ενάγουσας εταιρείας προς τον ανωτέρω εντολοδόχο, την αναλυτική περιγραφή συγκεκριμένων κινητών πραγμάτων και την ημερομηνία και τις υπογραφές των συμβαλλομένων μερών για την απόδοση του μισθίου ξενοδοχείου, βεβαιώνεται εγγράφως ότι ο ανωτέρω εντολοδόχος παρέλαβε το μίσθιο ακίνητο με την σημείωση ότι «παραδόθηκαν και παρελήφθησαν όλα στη θέση τους». Η σημείωση αυτή του ανωτέρω υπογράφοντος ουδόλως υποδηλώνει την μη ύπαρξη ζημιών και φθορών στο μίσθιο ή στα συμμισθούμενα μέρη και πράγματα αυτού , ή την μη ύπαρξη οφειλών προς τρίτους σχετιζομένων με την χρήση του μισθίου , όπως ορίζεται σχετικά με την εγγύηση και την απόδοση αυτής στο άρθρο 10 του ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, ούτε η εναγομένη επικαλείται έγγραφα που να αποδεικνύουν παραχρήμα την ένστασή της περί ύπαρξης της απαίτησής της επιστροφής της καταβληθείσας εγγύησης. Μετά ταύτα η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα οφείλει στην ενάγουσα ως μισθώματα, μετά του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, το συνολικό ποσό των 28.469,94 ευρώ, το οποίο άλλωστε δεν αμφισβητείται από την εκκαλούσα
Κατόπιν τούτων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης , πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ’ουσίαν αβάσιμη και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε’ ΚΠολΔ) , όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Η ασκηθείσα δια των προτάσεων της εκκαλούσας αίτηση περί αναστολής της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης, προσωρινά εκτελεστής, απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, παρίσταται ως άνευ αντικειμένου και ως εκ τούτου τυγχάνει απορριπτέα, διότι επί της ένδικης έφεσης εκδόθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, οριστική απόφαση από το Δικαστήριο τούτο, που απέρριψε αυτήν. Τέλος , πρέπει να υποχρεωθεί η εκκαλούσα , ως ηττηθείσα διάδικος, στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης για τον δεύτερο τούτο βαθμό δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1 και 191παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση κατά της υπ’αριθμ. ___________ οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, ειδικής διαδικασίας περιουσιακών διαφορών και
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν κατ’ουσίαν.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από την εκκαλούσα παραβόλου της έφεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υποβληθείσα με τις κατατεθείσες την _________ έγγραφες προτάσεις της εκκαλούσας-εναγομένης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αίτηση αναστολής εκτέλεσης.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εκκαλούσας , τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης , για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας , τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Ορίστε το κείμενο από την τελευταία σελίδα της απόφασης:
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Θεσσαλονίκη, την __________, απόντων των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ
(Υπογραφή)
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Υπογραφή)
Αγγελική Καρώνη
Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω
Με τη συμβολή του Δημήτριου Τσινά, Φοιτητή Νομικής Α.Π.Θ.